γλώσσα

I
Όργανο με το οποίο ο άνθρωπος αναλύει και αντικειμενοποιεί την εμπειρία του με τη βοήθεια φωνητικών συμβόλων (λέξεων) που έχουν διαφορετική μορφή και διαφορετικές αμοιβαίες σχέσεις σε κάθε ιστορική κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, λέγοντας γ. εννοούμε το σύνολο των λέξεων (παρακάτω όμως θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ακριβέστερο ορισμό), που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να συνεννοείται με τους ομοίους του.
Σύμφωνα με μια πολύ παλαιά αντίληψη που μπορεί να αποδοθεί στον Αριστοτέλη και είναι πολύ διαδεδομένη ακόμα και σήμερα παρά την απλοϊκότητά της, γ. είναι ένας κατάλογος λέξεων, δηλαδή φωνητικών-ακουστικών ή γραπτών οντοτήτων, που η καθεμιά τους αντιστοιχεί σε ένα πράγμα: σε ένα ορισμένο ζώο, για παράδειγμα το άλογο. Αν ο κατάλογος αυτός αφορούσε τη γαλλική γ., θα αντιστοιχούσε προς το φωνητικό-ακουστικό σύμπλεγμα cheval,αν αφορούσε την αγγλική, στο σύμπλεγμα horse, αν αφορούσε τη γερμανική, στο pferd,και αν αφορούσε την ελληνική, στο άλογο κ.ο.κ.Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή η γ. δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ονοματολόγιο. Οι διαφορές μεταξύ των γ. θα περιορίζονταν έτσι σε διαφορές της εξωτερικής, φωνητικής-ακουστικής μορφής των ονομάτων που δίνουμε στα πράγματα.
Η αντίληψη αυτή της γ.-λεξιλογίου στηρίζεται στην ιδέα ότι ολόκληρος ο κόσμος αποτελεί μια τάξη κατηγοριών αντικειμένων που διακρίνονται με σαφήνεια και των οποίων η ονομασία διαφέρει από γ. σε γ. Αρκεί όμως να πάρουμε μία λέξη, ακόμα και με την πιο απλή, μονοσήμαντη, στοιχειώδη σημασία της, για να αντιληφθούμε, συγκρίνοντάς την με τις λέξεις που θεωρούνται αντίστοιχες σε άλλες γ. ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα. Ας πάρουμε μία λέξη όπως το ξύλο.Αν την αντιπαραβάλλουμε με τη γαλλική θα βρούμε ως αντίστοιχη τη λέξη bois.Αν όμως παρατηρήσουμε προσεκτικότερα ένα γαλλικό κείμενο, θα δούμε ότι η λέξη bois έχει μόνο μία πιθανότητα στις έξι να συμπίπτει με την ελληνική ξύλο·συχνότερα θα χρειαστεί να μεταφράσουμε το bois στα ελληνικά δάσος (μικρό συνήθως) ή ειδικότερα καυσόξυλο.Για τον Έλληνα το πράγμα λέγεται ξύλο και διακρίνεται από το σίδερο ή από την πέτρα, αλλά και από το δάσος, μικρό ή μεγάλο, ενώ στα γαλλικά το bois διακρίνεται από το σίδερο ή την πέτρα, συγχρόνως όμως έχει φύλλωμα, κάνει σκιά και αποτελείται από δέντρα. Αν επεκτείνουμε τη σύγκριση σε άλλες γ. τότε η εικόνα γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη: η ελληνική λέξη ξύλο μπορεί να μεταφραστεί στα δανέζικα με το trae,αλλά το trae μπορεί πολλές φορές να μεταφραστεί στα ελληνικά με το δέντρο (και όχι με το ξύλο), ενώ από το άλλο μέρος η ύλη που παίρνεται από το trae και χρησιμοποιείται στη σόμπα ή στο τζάκι, δεν λέγεται από έναν Δανό trae,αλλά braende.Όσο για τον γεμάτο δέντρα τόπο (δάσος) η δανέζικη γ., αντίθετα από τη γαλλική, δεν χρησιμοποιεί μία από αυτές τις λέξεις, αλλά το ονομάζει skov.Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν άπειρα: για έναν Έλληνα το τρώγω χρησιμοποιείται είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για ζώο, ενώ για τον Γερμανό το τρώγω όταν πρόκειται για άνθρωπο είναι essen,ενώ όταν πρόκειται για ζώο είναι fressen. Για τον Έλληνα η λέξη άνθρωπος έχει μία μόνο σημασία: άνθρωπος που διακρίνεται από τον θεό ή το ζώο· αντίθετα στα γαλλικά homme σημαίνει όχι μόνο άνθρωπος, αλλά και άντρας. Το ίδιο και στα αγγλικά man και στα ιταλικά uomo. Για τον Έλληνα το σπίτι είναι όχι μόνο το κτίριο, αλλά και μεταφορικά το μέρος που γεννηθήκαμε και όπου νιώθουμε ασφάλεια. Πρόκειται για μια ενιαία πραγματικότητα στην οποία αντιστοιχεί μία μόνη λέξη: σπίτι. Για έναν Άγγλο ή για έναν Γερμανό, όμως, το κτίριο είναι house das Haus, ενώ το δικό του σπίτι και η πατρίδα του είναι home das Heim.
Το συμπέρασμα είναι πως η γ. δεν είναι μια αποτύπωση της πραγματικότητας, αλλά μάλλον όπως προκύπτει από τη μελέτη του λεξιλογίου της, μια ειδική οργάνωση των δεδομένων της ανθρώπινης εμπειρίας.
Η εκμάθηση μιας νέας γ. δεν σημαίνει να μάθουμε να κολλάμε διάφορες ετικέτες σε αντικείμενα που ξέρουμε ήδη και ξεχωρίζουμε, αλλά αντίθετα σημαίνει να συνηθίσουμε να αναλύουμε με νέο τρόπο τη γνώση του κόσμου που έχουμε. Τα όργανα με τα οποία κάνουμε αυτή την ανάλυση είναι κυρίως οι λέξεις που όλες μαζί αποτελούν το λεξιλόγιο της γ. Η έκταση του λεξιλογίου διαφέρει από τη μία γ. στην άλλη. Είναι πολύ μεγάλο στις γ. με μεγάλη λογοτεχνική και επιστημονική παράδοση. Η αγγλική για παράδειγμα αριθμεί πάνω από μισό εκατομμύριο λέξεις (τουλάχιστον τόσες καταγράφει το μεγάλο Oxford English Dictionary). Μπορεί να υπολογιστεί ότι περίπου στον ίδιο αριθμό φτάνει η κληρονομιά και των άλλων μεγάλων γ. του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως της ελληνικής, της γαλλικής, της γερμανικής, της ιταλικής, της ισπανικής, της ρωσικής κλπ. Αντίθετα, σε μια διάλεκτο ή στη γ. ενός πρωτόγονου λαού, το σύνολο των λέξεων είναι ασφαλώς μικρό. Φυσικά, ούτε ο πιο μορφωμένος άνθρωπος δεν είναι σε θέση πάντα να χρησιμοποιεί σωστά ή να αναγνωρίζει τη σημασία εκατοντάδων χιλιάδων λέξεων της γ. ενός πολιτισμένου λαού. Πράγματι ο αριθμός των λέξεων ποικίλλει πολύ, όχι μόνο από γ., αλλά και από άνθρωπο σε άνθρωπο. Υπολογίζεται πώς ένας νεαρός Αγγλοσάξονας στο τέλος της μέσης εκπαίδευσης πρέπει να ξέρει να χρησιμοποιεί 15.000 διαφορετικές λέξεις, ενώ ένας μορφωμένος Γάλλος αναγνωρίζει περίπου 25.000 διαφορετικές λέξεις της γ. του. Ένα κείμενο με εξαιρετικό λεκτικό πλούτο, γεμάτο δύσκολες λέξεις όπως ο Οδυσσέας (Ulysses)του Τζέιμς Τζόις περιέχει 29.000 διαφορετικές λέξεις. Όπως βλέπουμε, βρισκόμαστε σε αριθμούς πολύ απομακρυσμένους από τις εκατοντάδες χιλιάδες. Και απομακρυνόμαστε ακόμα περισσότερο από αυτούς τους τεράστιους αριθμούς, αν σκεφτούμε το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε πραγματικά στην καθημερινή ζωή μας. Το 50% της ομιλίας μας αποτελείται από περίπου εξήντα διαφορετικές λέξεις (είμαι, έχω, αυτός, εκείνος, από, με κλπ.) που χρησιμοποιούνται με πολύ μεγάλη συχνότητα και με μία σχετική αοριστία. Το υπόλοιπο 40% της ομιλίας μας αποτελείται από περίπου 800 λέξεις (βλέπω, πηγαίνω), όμοιες για όλους. Με άλλες 1.100 λέξεις (τέχνη, ομορφιά) συγκροτείται το 9% της ομιλίας μας. Όλοι, δηλαδή, χρησιμοποιούμε στις διάφορες συνομιλίες μας κατά το 99% λιγότερες από 2.000 λέξεις. Μόνο στο 1% που απομένει χρησιμοποιούμε τις εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις της γ. (αγωγιμότητα, δεινόσαυρος κλπ.) που έχουν αραιότερη συχνότητα και εξαιρετικά ειδική σημασία.
Κάθε ένα από τα στοιχεία του λεξιλογίου βρίσκεται στο κέντρο ενός πλέγματος συνειρμικών σχέσεων διαφορετικής φύσης. Κατά πρώτον υπάρχουν συνειρμικές σχέσεις που εξαρτώνται από την έννοια, δηλαδή σχέσεις σημαντικής. Η λέξη ωραίος βρίσκεται σε σημασιολογική αντίθεση με τη λέξη άσχημος και σε σχέση συνωνυμίας με τις λέξεις χαριτωμένος, νόστιμος κλπ. Επίσης βρίσκεται σε σχέση αμοιβαίου περιορισμού και καθορισμού με άλλα επίθετα όπως καλός, ευγενικός, γενναίος, κλπ., δηλαδή με επίθετα διαφορετικής σημασίας, τα οποία όμως συντρέχουν με το ωραίος σε ορισμένες περιπτώσεις (ωραία συμπεριφορά, ωραία ψυχή, κλπ.) και μπορούν να αντικατασταθούν με ευγενική συμπεριφορά, καλή ψυχή κλπ. Το σύνολο των σημασιολογικών σχέσεων μιας λέξης λέγεται σημασιολογικό πεδίο της λέξης. Σήμερα θεωρείται πως η μελέτη της σημασίας μιας λέξης μπορεί να γίνει μόνο με την ανάπλαση (με την παρατήρηση των πραγματικών γλωσσικών χρήσεων της λέξης σε μία συγκεκριμένη εποχή) του σημασιολογικού πεδίου της ίδιας της λέξης. Κατά δεύτερο λόγο, μία λέξη βρίσκεται στο κέντρο συνειρμικών σχέσεων που αφορούν την εξωτερική μορφή της. Τέτοιες είναι οι μορφολογικές σχέσεις. Μία λέξη όπως ωραίος, συνδέεται μορφολογικά με τις λέξεις ωραίοι, ωραία, ωραιότητα, εξωραϊσμός κλπ., με τις οποίες έχει κοινή τη ρίζα ωραι-, έτσι που μορφολογικά μπορεί να αναλυθεί σε ωραίος, δηλαδή σε ένα κυρίως λεξιλογικό μέρος (που στη διεθνή ορολογία λέγεται λέξημασημάντημα) το οποίο φέρει τη σημασία της λέξης, και σε ένα μέρος γραμματικό (ή μορφολογικό με στενή έννοια) -ος, από το οποίο συμπεραίνουμε πως η λέξη είναι στον ενικό και γένους αρσενικού. Το γραμματικό μέρος λέγεται συχνά μόρφημα. Το μόρφημα γενικά έχει προορισμό να καθορίσει σε ποια σχέση βρίσκεται μία λέξη με τις άλλες που τη συνοδεύουν στην ίδια φράση. Τα μορφήματα, όπως θα δούμε πιο κάτω, είναι ένα από τα μέσα που χρησιμοποιούνται συνηθέστερα από όλες τις γ. του κόσμου για τον χαρακτηρισμό των σχέσεων αυτών.
Το σύνολο των λεξημάτων ή σημαντημάτων είναι εκείνο που ονομάζουμε με αυστηρότερη έννοια λεξιλόγιο μιας γ. Το σύνολο των μορφημάτων (καταλήξεις, προθέματα κλπ.) είναι εκείνο που λέγεται γραμματικό ή μορφολογικό σύστημα. Υπάρχουν γ. που έχουν πλουσιότατο γραμματικό σύστημα, όπως η αρχαία ελληνική και η σανσκριτική και, αντίθετα, γ. με πολύ απλό μορφολογικό σύστημα, όπως η αρχαία αιγυπτιακή ή η αγγλική. Γ. όπως η ιταλική ή η ισπανική βρίσκονται, κατά κάποιον τρόπο, μεταξύ των δύο άκρων. Ένα αγγλικό επίθετο έχει μία μόνο αμετάβλητη –ίδια στον ενικό και στον πληθυντικό– μορφή, ένα ιταλικό επίθετο έχει τουλάχιστο δύο (μία για τον ενικό και μία για τον πληθυντικό) και συχνά τέσσερις (όταν ενικός και πληθυντικός έχουν δύο διαφορετικές μορφές για το αρσενικό και το θηλυκό), ένα ελληνικό ή λατινικό επίθετο έχει πάνω από δώδεκα διάφορες μορφές (στα ελληνικά: καλός, καλή, καλόν, καλοί, καλαί, καλά, καλού, καλής, καλών, καλώ, καλή, καλοίς, καλαίς, καλήν, καλούς, καλά, καλέ ή στα λατινικά: bonus, bona, bonum, boni, bonae, bono, bonam, bona, bonorum, bonis, bonos, bonas)ανάλογα με τον αριθμό, το γένος και την πτώση. Σε μια γ. με πολύ πλούσιο γραμματικό σύστημα οι σχέσεις που συνδέουν τις λέξεις μιας φράσης εκφράζονται αποκλειστικά μέσω των πολλών και διαφορετικών καταλήξεων. Στη φράση, «η αργυρά σελήνη φωτίζει την σκοτεινήν γην» οι σχέσεις των διαφόρων λέξεων (και κατά συνέπεια η σημασία όλης της φράσης) εκφράζονται πλήρως από τις καταλήξεις. Αυτό συνεπάγεται ότι μια γ. όπως η ελληνική (ή η λατινική ή η σανσκριτική) μπορεί να μεταθέσει ελεύθερα τις λέξεις της φράσης. Η ίδια ελληνική φράση θα ήταν εξίσου σαφής αν γραφόταν «την σκοτεινήν γην φωτίζει η αργυρά σελήνη» ή «φωτίζει η αργυρά σελήνη την σκοτεινήν γην». Ο μεγαλύτερος κόπος που πρέπει να καταβάλει ο Έλληνας για να θυμάται τις πολλαπλές καταλήξεις αντισταθμίζεται από τη μεγαλύτερη εκφραστική ελευθερία. Σε μια γ. όμως που δεν έχει πολλές καταλήξεις όπως για παράδειγμα η ιταλική μόνο κατά μία μορφή μπορεί να αποδοθεί. Αν αλλάξουμε τη θέση της σελήνης και της γης, η σημασία της φράσης αλλάζει τελείως. Στην περίπτωση αυτή ο Ιταλός κουράζεται λιγότερο, γιατί είναι μικρότερος ο αριθμός των καταλήξεων που πρέπει να θυμάται, αλλά έχει μικρότερη εκφραστική ελευθερία, δηλαδή πρέπει να σέβεται μια ορισμένη τάξη των λέξεων. Παρ’ όλα αυτά έχει αρκετές ελευθερίες, να αντιστρέψει για παράδειγμα τη θέση ουσιαστικών και επιθέτων, ή, σε πιο περίπλοκες φράσεις, να βάλει το ρήμα στην πρώτη, δεύτερη ή τρίτη θέση της φράσης. Σε μια γ. όπως η αγγλική, με μορφολογικό σύστημα ακόμα πιο απλό από το ιταλικό, η ελευθερία στη διάταξη των λέξεων περιορίζεται στο ελάχιστο· εκτός από τις ερωτηματικές φράσεις, το ρήμα πρέπει να βρίσκεται πάντα στη δεύτερη θέση (μετά το υποκείμενο), το επίθετο πρέπει να προηγείται πάντοτε του ουσιαστικού κλπ. Δηλαδή η σχέση μεταξύ των λέξεων μιας φράσης και επομένως η ακριβής λειτουργία που έχει μία λέξη μέσα σε μια φράση, εκφράζονται από την τάξη των λέξεων και όχι από τις καταλήξεις τους.
Το σύνολο των σχέσεων που σε μια ορισμένη γ. μπορούν να συνδέσουν τις λέξεις μέσα στη φράση και οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί κάθε γ. για να εκφράσει τις σχέσεις αυτές αποτελούν το συντακτικό μιας γλώσσας. Από τα λίγα παραδείγματα που δόθηκαν εδώ, είναι φανερό ότι όπως για το λεξιλόγιο, έτσι και σε ό,τι αφορά τη μορφολογία και τη σύνταξη, δεν υπάρχουν δύο γ. ακριβώς όμοιες.
Είναι φανερό, ότι για να λειτουργήσει μια γ., τα διαφορετικής σημασίας λεξήματα και μορφήματα πρέπει να είναι διαφορετικά μεταξύ τους. Το λέξημα που σημαίνει τριαντάφυλλο είναι γενικά διαφορετικό από το λέξημα που σημαίνει σαλάτα, και τα μορφήματα που σημαίνουν ενέργεια που έγινε στο παρελθόν είναι διαφορετικά από τα μορφήματα που σημαίνουν ενέργεια που θα γίνει στο μέλλον κλπ. Πώς όμως είναι δυνατό να αντιληφθούμε την ποικιλία των χιλιάδων μορφημάτων και των εκατοντάδων χιλιάδων λεξημάτων; Κατά πρώτον, η απάντηση είναι: δίνοντας διαφορετική εξωτερική μορφή σε κάθε λέξημα και κατάληξη. Ή, αφού μιλάμε με το στόμα και ακούμε με τα αφτιά (αλλά, όσο και αν αυτό φαίνεται παράξενο, μπορούμε εξίσου καλά να μιλήσουμε με τα χέρια και επομένως να ακούσουμε με τα μάτια), αυτό σημαίνει να δώσουμε διαφορετική ακουστική μορφή σε κάθε λέξημα και κατάληξη. Για να το κάνουμε αυτό μπορούμε θεωρητικά να ακολουθήσουμε δύο δρόμους: είτε να χρησιμοποιήσουμε για κάθε λέξημα μία ακολουθία ηχητικών χαρακτηριστικών τελείως διαφορετικών από τη μία στην άλλη λέξη, είτε να εκμεταλλευτούμε την ποικιλία των διαφόρων συνδυασμών της ίδιας περιορισμένης ομάδας στοιχείων. Ο πρώτος δρόμος έχει το πλεονέκτημα ότι αποκλείει τη σύγχυση ανάμεσα σε διαφορετικές λέξεις: κάθε λέξη θα είχε μορφή τελείως διαφορετική από τη μορφή των άλλων λέξεων. Αυτό όμως θα είχε ως συνέπεια ότι θα έπρεπε να ξέρουμε να προφέρουμε εκατοντάδες χιλιάδες διαφορετικούς ήχους και επιπλέον, να ξέρουμε να τους ξεχωρίζουμε. Ο άλλος δρόμος είναι πιο πρακτικός. Για παράδειγμα, σε ομάδες με δύο μόνο στοιχεία α και β μπορούμε να σχηματίσουμε έξι διαφορετικούς συνδυασμούς, σε ομάδες με όχι περισσότερα των τριών στοιχεία 14 συνδυασμούς και σε ομάδες με όχι περισσότερα των τεσσάρων στοιχεία 30 διαφορετικούς συνδυασμούς. Φτάνει να προσθέσουμε ένα μόνο στοιχείο σε εκείνα που χρησιμοποιούμε για να αυξηθεί αμέσως ο αριθμός των διαφόρων δυνατών συνδυασμών με δύο, τρία ή τέσσερα στοιχεία (με δύο είναι 12 αντί 6, με τρία είναι 32 αντί 14 κλπ.). Με άλλα λόγια, συνδυάζοντας έναν περιορισμένο αριθμό φωνητικών στοιχείων είναι δυνατό να σχηματίσουμε εκατοντάδες χιλιάδες διαφορετικών λεξημάτων. Οι συνδυασμοί διακρίνονται μεταξύ τους απόλυτα (ποιος θα μπέρδευε τις λέξεις μάνα, νάμα, νήμα, μήνα, μνήμα) και πραγματοποιούνται με περιορισμένο αριθμό φωνητικών στοιχείων. Αυτά τα ελάχιστα φωνητικά στοιχεία που, με διάφορους συνδυασμούς, δημιουργούν εκατοντάδες χιλιάδες διαφορετικές λέξεις λέγονται φθόγγοι ή κατά τη διεθνή γλωσσολογική ορολογία φωνήματα. Κάθε γ. έχει σταθερό αριθμό φωνημάτων, γενικά όμως αυτά αριθμούνται σε δεκάδες. Το σύνολο των φωνημάτων και των κανόνων χρήσης των φωνημάτων μιας γ. αποτελεί γι’ αυτήν το φθογγολογικό σύστημα της γ. αυτής.
Στο σημείο αυτό παρουσιάζεται το φαινόμενο της γ. Κάθε γ. αποτελείται βασικά από ένα σύμπλεγμα διαφόρων σημασιών: όπως είδαμε δεν υπάρχουν δύο γ. που να έχουν ακριβώς το ίδιο σύμπλεγμα σημασιών. Επιπλέον, η γ. συγκροτείται από το σύνολο των δυνατοτήτων συνδυασμού των σημασιών μεταξύ τους σε οργανωμένες ακολουθίες. Οι σημασίες και οι σχέσεις μεταξύ των σημασιών στις ακολουθίες αυτές εξατομικεύονται και διακρίνονται με βάση τα λεξήματα και τη συντακτική διαμόρφωση (μορφήματα και σειρά των λέξεων). Η διαφορετική μορφή των διαφόρων λεξημάτων και μορφημάτων προκύπτει με τη σειρά της από τους ποικίλους συνδυασμούς ενός περιορισμένου αριθμού στοιχειωδών φωνητικών-ακουστικών μονάδων, των φωνημάτων, που ο αριθμός τους κυμαίνεται από γ. σε γ. Mε αυτόν τον τρόπο μπορούμε να διακρίνουμε μια σημασιολογική πλευρά της γ. (σημασίες και κανόνες ή δυνατότητες συνδυασμού των σημασιών) και μία μορφική πλευρά (λεξήματα, μορφήματα, διάταξη των λεξημάτων και μορφημάτων μέσα στη φράση, φωνήματα). Έτσι οι διαφορές που χωρίζουν τη μία γ. από την άλλη έχουν είτε σημασιολογικό είτε μορφικό χαρακτήρα. Κάθε γ. είναι δηλαδή ένα σύνολο στοιχείων ιστορικά ιδιόμορφο και εξατομικευμένο. Στην ευρύτερη σημασία του ο όρος γ. υποδηλώνει την ικανότητα, κοινή στον άνθρωπο και σε πολλά είδη ζώων, να εκφράζουν τις εμπειρίες τους και να τις μεταδίδουν σε άλλους, με τη βοήθεια συμβόλων και σημάτων που μπορούν να καταγράψουν τα αισθητήρια όργανα.
Η ανθρώπινη αυτή συμβολική γ. χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο φωνητικά σύμβολα, τη γραφική τους απόδοση και σε αρκετά μικρότερο βαθμό χειρονομίες και κινήσεις, με τις οποίες κυρίως γίνεται η παράσταση και η μετάδοση των πιο στοιχειωδών περιεχομένων. Η παραστατική και μεταδοτική λειτουργία είναι πολύ πιο σύνθετη και πιο εκλεπτυσμένη στην ανθρώπινη γ. παρά στη γ. των ζώων. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στη διαφορετική κατασκευή των οργάνων από τα οποία εξαρτάται η γλωσσική έκφραση όσο από τη συνθετότερη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Πράγματι, ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αντίθετα από τον εγκέφαλο του ζώου, έχει την ικανότητα να δημιουργεί αναρίθμητα σύμβολα, και μάλιστα πολύπλοκα (όπως π.χ. εκείνα που αναφέρονται σε αφηρημένες έννοιες: η ευλάβεια, η πίστη) καθένα από τα οποία μπορεί να εξωτερικευτεί με ένα αντίστοιχο σημείο, π.χ. με λέξεις. Τα σήματα που εκπέμπουν τα ζώα έχουν μικρότερη ποικιλία μορφών σε σχέση με τα ανθρώπινα: και το πλουσιότερο σε ήχους τραγούδι ενός δεδομένου είδους πουλιών, έχει οπωσδήποτε αρκετά λιγότερες παραλλαγές από εκείνες που οι λέξεις, οι φράσεις, ο τόνος της φωνής, προσδίδουν στην ανθρώπινη γ. Αυτό συνεπάγεται επίσης και έναν ατελέστερο προσδιορισμό των πληροφοριών: για παράδειγμα ένα ζώο, με μία ορισμένη κραυγή, εκφράζει φόβο χωρίς να διευκρινίζει την ένταση ή τα αίτια, ενώ ο άνθρωπος έχει άπειρους τρόπους για να δείξει τις εσωτερικές πλευρές ή τα εξωτερικά αίτια που του προκάλεσαν την ίδια εμπειρία. Η προσδιοριστική ικανότητα της ανθρώπινης γ. είναι τόσο ανεπτυγμένη, ώστε να μας επιτρέπει να χρησιμοποιούμε για τις αισθητές εικόνες των αντικειμένων τις αντίστοιχες λεκτικές τους εικόνες, τις λέξεις. Η σημασιοδοτική σχέση που συνδέει τις λέξεις με τα πράγματα στα οποία αναφέρονται είναι καθαρά συμβατική· οι λέξεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά «σήματα των σημάτων που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας», σύμφωνα με την έκφραση που μεταχειρίστηκε ο Παβλόφ, για να ορίσει την ανθρώπινη γ. Τη χρήση του συστήματος αυτού σηματοδότησης τη μαθαίνει κάθε άτομο στη διάρκεια των πρώτων σταδίων της πνευματικής του ανάπτυξης. Ωστόσο, αυτή η εκμάθηση δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί ο άνθρωπος να επιφέρει στη γ. του τις μεταβολές που είναι ικανές να εκφράσουν την ατομική του προσωπικότητα, μέσα βέβαια στα όρια που επιτρέπει η αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας. Αυτό δεν συμβαίνει στα κατώτερα ζώα που κληρονομούν εκ γενετής την ικανότητα να ανταλλάσσουν πληροφορίες σύμφωνα με ακριβείς κανόνες που δεν μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου. Χάρη στη μορφική αυθαιρεσία που η γ. ασκεί επάνω στα δεδομένα της αισθητής πραγματικότητας, ο άνθρωπος σχηματίζει μια οργανωμένη εικόνα του κόσμου, μαθαίνει να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του και πραγματώνει αποτελεσματική επικοινωνία με τους ομοίους του. Ως μέσο γνωστικής επικοινωνίας με την πραγματικότητα, η γ. αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα της δημιουργίας και της ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού. Ο μεσολαβητικός αυτός ρόλος της γ. εξασφαλίζει στον άνθρωπο το πλεονέκτημα μιας αξιόλογης οικονομίας πληροφοριών (π.χ. εναποθηκεύονται στη μνήμη λέξεις αντί των πολυσύνθετων εμπειριών) και κατά συνέπεια το πλεονέκτημα μιας μεγάλης έκτασης επαφής με τον εξωτερικό κόσμο. Ταυτόχρονα ο άνθρωπος αποκτά, με τη βοήθεια της γ., μεγαλύτερη ανεξαρτησία απέναντι στους ερεθισμούς του περιβάλλοντος, εντάσσοντάς τους σε τύπους εμπειρίας σταθερούς και πλούσιους σε σημασία, όπως είναι τα λεκτικά σύμβολα. Αυτά τα λεκτικά σύμβολα γίνονται με τη σειρά τους ικανά να πειθαρχήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, παρέχοντάς της εργαλεία για να πραγματοποιήσει τις ανώτερες ψυχικές λειτουργίες, όπως τις σκέψεις και τον έλεγχο των συγκινήσεων. Η γ. ως μέσο επικοινωνίας ικανοποιεί τις απαιτήσεις των διαφόρων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και από αυτή την άποψη έχει πρωταρχική κοινωνική σημασία. Η επικοινωνιακή λειτουργία της ανθρώπινης γ. διακρίνεται επίσης και από μια χρονική διάσταση (που δεν υπάρχει στη γ. των ζώων), η οποία εκδηλώνεται στον τρόπο με τον οποίο το γραμματικό σύστημα της γ. οργανώνει την αίσθηση του χρόνου (χρόνοι των ρημάτων) και στον ρόλο της ως μέσου μετάδοσης του πνευματικού πολιτισμού από τη μία γενεά στην άλλη. Έτσι, ενώ τα ζώα επικοινωνούν μεταξύ τους αποκλειστικά και μόνο στο παρόν και γι’ αυτό τον λόγο καθεμία γενεά τους πρέπει να μάθει σχεδόν τα πάντα με δική της εμπειρία, ο άνθρωπος κάνει κτήμα του, με τη βοήθεια της γ. την πείρα του παρελθόντος.
Ταξινόμηση των γ.Η ανάγκη να περιγραφούν οι αναρίθμητες γ. του κόσμου σύμφωνα με ένα ενιαίο κριτήριο ταξινόμησης που να εμφανίζει ανάγλυφες τις βασικές συγγένειες και διαφορές παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της ανάπτυξης των νεότερων γλωσσικών ερευνητών. Για να ικανοποιηθεί η ανάγκη αυτή δημιουργήθηκε ειδικός τομέας της γλωσσολογίας, η τυπολογία, που καλλιεργήθηκε κυρίως στις αρχές του 19ου αι. και κατόπιν στις τελευταίες δεκαετίες του ίδιου αιώνα. Τα πρώτα ίχνη συστηματικής ταξινόμησης των γ. (του γενεαλογικού τύπου) βρίσκονται ήδη στο έργο σε μελέτες του Δάντη. Οι σκέψεις και οι συζητήσεις για τον χαρακτήρα ή μάλλον το πνεύμα των διάφορων γ. ανάγονται στα τέλη της Αναγέννησης. Αλλά οι μελέτες απέκτησαν συστηματικότερο χαρακτήρα όταν, ένα σχέδιο του Λάιμπνιτς ενθάρρυνε την προσπάθεια για την τυπολογική περιγραφή διαφόρων γ. Με τη βοήθεια του υλικού που συγκεντρώθηκε και συστηματοποιήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 18ου αι., οι μελέτες αυτές πήραν καθαρά επιστημονική αξία στα πρώτα χρόνια του 19ου αι. Από τότε καθορίστηκαν διάφορα κριτήρια και συστήματα για την ταξινόμηση των διάφορων γ. του κόσμου.
Το μορφολογικό κριτήριο προτιμήθηκε, εφαρμόστηκε και υποστηρίχτηκε από τους αδελφούς Σλέγκελ. Σύμφωνα με το κριτήριο αυτό οι γ. εξετάζονται από την άποψη της γραμματικής δομής τους και διακρίνονται σε τρεις ομάδες: σε γ. χωρίς μορφολογικό σύστημα (όπως η κινεζική), στις οποίες η έκφραση των συντακτικών σχέσεων εξαρτάται ουσιαστικά από την τοποθέτηση των λέξεων μέσα στη φράση, σε γ. με επιθήματα στις οποίες οι πλήρεις λέξεις (αυτές δηλαδή που αντιστοιχούν στα ρήματα, στα ουσιαστικά, στα επίθετα των γ. μας από άποψη σημασίας) καθορίζονται (καθορίζεται δηλαδή ο ρόλος τους μέσα στη φράση) με την προσθήκη κενών λέξεων (που αντιστοιχούν περίπου στις προθέσεις των γ. μας, αλλά προθέσεις που έχουν επίσης τον σκοπό να δείξουν το γένος, τον αριθμό, την πτώση του ονόματος, τον αριθμό, το πρόσωπο, τον χρόνο του ρήματος κλπ.· στην ομάδα αυτή ανήκει για παράδειγμα η τουρκική και στις γ. που ανήκουν σε αυτήν την ομάδα δόθηκε αργότερα το όνομα συγκολλητικές γ. γιατί στις φράσεις των γ. αυτών οι πλήρεις λέξεις συγκολλούνται με τις κενές λέξεις)· τέλος, υπάρχουν οι κλιτές γ., όπως είναι οι ινδοευρωπαϊκές, οι σημιτικές κλπ., στις οποίες οι γραμματικές σχέσεις εκφράζονται με καταλήξεις και την αποφωνία (τη φωνηεντική δηλαδή εναλλαγή σε λέξεις που έχουν το ίδιο έτυμο και συγγενή ριζική συλλαβή).
Ο Βίλχελμ φον Χούμπολτ και ο Χάιμαν Στάινταλ έδωσαν πληρέστερο ορισμό αργότερα στην ταξινόμηση του Σλέγκελ χρησιμοποιώντας το λεγόμενο ψυχολογικόψυχομορφολογικό κριτήριο. Σύμφωνα με την ταξινόμησή τους, οι γ. διακρίνονται σε ατελείς και πληρέστερες. Ο χαρακτήρας της μεγαλύτερης ή μικρότερης πληρότητας αποδίδεται στον μεγαλύτερο ή μικρότερο γραμματικό καθορισμό του ρήματος. Οι ατελείς γ. διακρίνονται σε δύο ομάδες: σε γ. με μόρια (π.χ. οι μαλαιοπολυνησιακές) στις οποίες το ρήμα δεν έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, και σε αντωνυμιακές γ. (π.χ. οι αμερινδιανικές) όπου το ρήμα διευκρινίζεται με την προσθήκη προσωπικών αντωνυμιών. Οι πληρέστερες γ. διακρίνονται επίσης σε δύο ομάδες: στις απομονωτικές γ. (π.χ. την κινεζική), και στις κλιτές γ. στις οποίες κλίνονται και τα ονόματα και τα ρήματα (π.χ. οι ινδοευρωπαϊκές, οι σημιτικές κλπ.).
Οι ταξινομήσεις των αδελφών Σλέγκελ, του Χούμπολτ και του Στάινταλ υποβλήθηκαν σε κριτική αφενός επειδή δεν στηρίζονται πάντα σε ακριβείς περιγραφές των ταξινομούμενων γ. και αφετέρου επειδή παρατηρήθηκε ότι σε μία συγκεκριμένη γ. εμφανίζονται αδιαχώριστα συνυφασμένα χαρακτηριστικά απομονωτικής και κλιτής γ., συγκολλητικής γ. και γ. χωρίς μορφολογία κλπ. Εξάλλου, σε μία γλωσσική οικογένεια ή στην ιστορία μίας γ. συνυπάρχουν διάφοροι τύποι.
Έπειτα από τις κριτικές αυτές, η γλωσσολογία του τέλους του 19ου και του 20ού αι. προτίμησε συχνά τη λεγόμενη γενεαλογική ταξινόμηση, δηλαδή εκείνη που περιορίζεται στην ιστορική συγγένεια, η οποία ενώνει τις διάφορες γ. σε ομάδες ή οικογένειες. Η ταξινόμηση αυτή έφερε αξιόλογα αποτελέσματα στον τομέα των ινδοευρωπαϊκών ή χαμιτοσημιτικών γ., για τις οποίες υπάρχουν πλουσιότερα αρχαία στοιχεία. Η τυπολογία του Χούμπολτ επανέκτησε τη θέση της κατά τα νεότερα χρόνια στις μελέτες των σύγχρονων γλωσσολόγων, κυρίως στις ΗΠΑ.
Διδακτική της γ. Το πρόβλημα της διδασκαλίας της γ. παρουσιάζεται σε όλους τους ανεπτυγμένους πολιτισμούς, αν και με διαφορετικές μορφές και λύσεις, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες που καθορίζουν την αντιμετώπισή του (υφή της γ., ηλικία του διδασκομένου). Μετά τη φάση που αφορά την εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής με τις ειδικές διδακτικές μεθόδους, το πρόβλημα της γ. παρουσιάζεται ως πρόβλημα έκφρασης και επικοινωνίας. Για την ανάπτυξη της πρώτης θεωρείται χρήσιμο να επιτρέπεται ο μεγαλύτερος δυνατός αυθορμητισμός. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αναγνωρίζεται η ανάγκη της επικοινωνίας, μια ανάγκη που καθορίζεται από τις πραγματικές σχέσεις των μελών της γλωσσικής κοινότητας. Έτσι για την εκμάθηση της γραπτής γ., χρησιμοποιείται η τεχνική του ελεύθερου κειμένου ή ελεύθερης έκθεσης, των σχολικών εφημερίδων, της αλληλογραφίας και, για τον πλουτισμό των προφορικών εκφράσεων, οι αφηγήσεις, οι κατευθυνόμενες συζητήσεις, οι απαγγελίες και οι θεατρικές παραστάσεις. Τα παραπάνω μαζί με άλλα ακόμη μέσα, αποτελούν το μέσο που χρησιμοποιεί συνήθως η νεότερη διδακτική της γ. για τα δημοτικά σχολεία και τα κατώτερα τμήματα της μέσης εκπαίδευσης, όπου η εκμάθηση είναι συσσωρευτική και βασίζεται στην παρατήρηση και στην εμπειρία του παιδιού μάλλον, παρά στη γραμματική και στην ανάλυση. Στις ανώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης και για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας η γλωσσική διδασκαλία συνδυάζεται με τη φιλολογική που αφορά τόσο τη γραμματική όσο και την υφολογική πλευρά του λόγου. Το δίπτυχο όμως έκφραση-επικοινωνία εξακολουθεί να διατηρείται και σε αυτό το επίπεδο. Για τη διδασκαλία των νεκρών γ. υπάρχουν ειδικές διδακτικές. Η διδασκαλία ξένων ζωντανών γ. απαιτεί τη χρησιμοποίηση ειδικών διδακτικών που διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία του μαθητή, τον σκοπό που επιδιώκει, καθώς και έως έναν βαθμό με τον χαρακτήρα της ίδιας της γλώσσας (Μπέρλιτς).
Τεχνητές γ. Είναι γ. με εξαιρετικά απλή δομή που έχουν κατασκευαστεί τεχνητά –εξ ολοκλήρου ή με απλοποίηση μιας υπάρχουσας φυσικής γ.– και προορίζονται για διεθνή χρήση. Η σουμερική, η αρκαδική, η κοινή ελληνική των ελληνιστικών χρόνων, η μεσαιωνική, η λατινική, η αραβική, η γαλλική στην Ευρώπη του 18ου αι. και αργότερα η αγγλική, διαδραμάτισαν σε διαδοχικές εποχές τον ρόλο τεχνητών γ. Η όξυνση όμως του γλωσσικού εθνικισμού, μεταξύ 18ου και 19ου αι., ώθησε πολλούς να ασχοληθούν πάλι με τα σχέδια που είχαν εμφανιστεί ήδη από τον 17o αι. (Μπέχερ, Λάιμπνιτς κ.ά.) για την επινόηση μιας παγκόσμιας γ. Το 1880 ο Ποχάν Μάρτιν Σλάγιερ εφηύρε τη volapiuk (που στη βολαπίκ, σημαίνει παγκόσμια γλώσσα από τη λέξη vol = κόσμος –που προέρχεται από την αγγλική world– το σημείο της γενικής -α και την puk = γλώσσα). Για αρκετά χρόνια η γ. αυτή σημείωσε κάποια επιτυχία, αλλά εκτοπίστηκε από την εσπεράντο, λέξη που προήλθε από το ψευδώνυμο Doktoro Esperanto (στην εσπεράντο σημαίνει Δόκτωρ Ελπιδοφόρος) του εφευρέτη της, Πολωνού γιατρού Λούντβιχ Ζάμενχοφ. Ενώ η βολαπίκ έχει γεννηθεί ουσιαστικά από μια απλοποίηση της αγγλικής, η εσπεράντο στηρίχθηκε στις νεολατινικές γ.· ακριβέστερα, το λεξιλόγιό της διαμορφώθηκε από τις λατινικές ή ρομανικές λέξεις που υπάρχουν και σε άλλες ευρωπαϊκές γ. Το γραμματικό της σύστημα αποτελείται από μια σειρά προθημάτων και επιθημάτων και η γραφή είναι φωνητική (στηρίζεται δηλαδή σε απλή αντιστοιχία φθόγγων και γραμμάτων). Στις αρχές του 20ού αι. έγιναν πολλές προσπάθειες τελειοποίησης των τεχνητών γ., όπως από τον Ιταλό Τζουζέπε Πεάνο που επινόησε γ. λατινική την οποία ονόμασε latino sine flexime (λατινική χωρίς κλίσεις) και τον Λουί Κουτιρά ο οποίος αναγνωρίζοντας τα μειονεκτήματα της αρχικής εσπεράντο, προσπάθησε να την ανανεώσει δημιουργώντας την ίντο (ido),γ. που για αρκετό καιρό σημείωσε μεγάλη επιτυχία σε περιορισμένο κύκλο μορφωμένων, αλλά απορρίφθηκε από τους εσπεραντιστές, οι οποίοι εξακολούθησαν να βελτιώνουν τη γ. τους και, κυρίως, να ενισχύουν τη διεθνή οργάνωση της διάδοσής της. Το 1924 ιδρύθηκε στη Νέα Υόρκη η International Auxiliary Language Association,από τη δράση της οποίας γεννήθηκε η Interlingua (Διεθνής Γ.), τεχνητή γ. με 27.000 λέξεις που βασίζεται σε στοιχεία κοινά σε πολλές γ. Η πείρα την οποία προσέφερε η κολοσσιαία διάδοση της αγγλικής σε όλες τις ηπείρους, δημιουργεί την εντύπωση πως το πρόβλημα της μίας και μόνης διεθνούς γ. δεν θα λυθεί με τη διάδοση μιας τεχνητής γ., αλλά με την αποδοχή της πιο διαδεδομένης ιστορικής γ. ως δεύτερης γ. όλων των χωρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αγγλική βρίσκεται στη βάση πολλών τεχνητών γ. όπως και πολλών απλοποιήσεων (όπως η Basic English και η Aglic) προορισμένων για περιορισμένους τομείς, κάτι που διαφάνηκε τα τελευταία χρόνια, με τη διάδοση του Ίντερνετ.
γλωσσικό ζήτημα.Ο όρος περιγράφει τη διαφορά μεταξύ της λόγιας γραπτής και της ομιλούμενης γ. και το σύνολο των αντιθέσεων και των προβλημάτων που η διαφορά αυτή δημιουργεί. Γλωσσικό ζήτημα εμφανίστηκε σε όλους τους λαούς που είχαν αναπτύξει έναν παλαιότερο πνευματικό πολιτισμό και σε ορισμένους μάλιστα (π.χ. στους αραβικούς) ακόμα εξακολουθεί να είναι οξύτατο. Και αυτό, γιατί ενώ η ομιλούμενη γ. εξελίσσεται συνεχώς, η γραπτή δεν μεταβάλλεται εύκολα· έτσι το ρήγμα μεταξύ γραπτής και ομιλούμενης με την πάροδο του χρόνου διευρύνεται και βαθαίνει όλο και περισσότερο. Η λατινική γ. ενώ στο επίπεδο του λαού εξελισσόταν με συνεχείς τάσεις απλοποίησης με αποτέλεσμα τη δημιουργία των ρομανικών γ. (με την παρέμβαση και πολλών άλλων παραγόντων) στη γραπτή μορφή της ακολουθούσε τα κλασικά πρότυπα. Το πρόβλημα αυτό στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες άρχισε να αντιμετωπίζεται από πολύ νωρίς και με την πάροδο του χρόνου η ομιλούμενη γ. έπαιρνε τη θέση της όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στην επιστήμη. Έτσι η ομιλούμενη γ. καλλιεργήθηκε και έγινε όργανο κατάλληλο να εκφράσει και να παρακολουθήσει έναν πολιτισμό που συνεχώς εξελισσόταν.
Στην Ελλάδα το γλωσσικό ζήτημα ακολούθησε ιδιότυπη εξέλιξη κυρίως εξαιτίας της μακραίωνης δουλείας υπό τον οθωμανικό ζυγό. Η γ. του λαού φυσικά εξελισσόταν σε όλο αυτό το διάστημα. Καθώς όμως ωρίμαζαν οι συνθήκες για την απελευθέρωση, αναπτυσσόταν η παιδεία και προέβαλε επιτακτική η ανάγκη να μεταφραστούν ξένα συγγράμματα, δημιουργήθηκε αυτόματα το γλωσσικό ζήτημα: ποια γ. έπρεπε να χρησιμοποιηθεί; Το θέμα αυτό έθεσε για πρώτη φορά το 1761 ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, όταν μεταφράζοντας ένα ξένο βιβλίο μίλησε για κοινόν ύφος. Η εκλογή ήταν ανάμεσα στην αρχαία αττική (Βούλγαρης, Θεοτόκης) και στο κοινόν ύφος του Μοισιόδακα. Όσο πλησίαζε η Επανάσταση, τόσο οξυνόταν ο γλωσσικός αγώνας που εκφραζόταν στα διάφορα μαχητικά φυλλάδια ή στους προλόγους βιβλίων. Ανάμεσα στους αρχαϊστές (Νεόφυτος Δούκας, Παναγιώτης Κοδρικάς, Αθανάσιος Πάριος) και στους δημοτικιστές ή, όπως τους αποκαλούσαν οι αντίπαλοι, χυδαϊστές (από τον κύκλο του Καταρτζή οι περισσότεροι), ο Κοραής το 1804 προσέφερε μια μέση λύση (να χρησιμοποιηθεί ως βάση η νέα γ., αλλά να αποκατασταθούν οι λαϊκές λέξεις στους αρχικούς τύπους) που την υποστήριξε και την εφάρμοσε με φανατισμό, για να δεχτεί όμως χτυπήματα και από τις δύο μερίδες. Τελικά επικράτησε η προσφυγή στην αρχαία ελληνική γ. Πολλοί λόγιοι μάλιστα πίστευαν πως ήταν δυνατή μία συνολική επιστροφή στην αρχαία γ. Ο πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κ. Σχινάς, προέβλεψε το 1845, πως σε μια εκατονταετία γ. «κοινή των οπωσούν λόγου μετόχων» θα ήταν η γ. του Στράβωνα. Φυσικά δεν έπαψαν οι κινήσεις υπέρ της δημοτικής. Ως επακόλουθο, το χάσμα μεταξύ της γ. που μιλούσε ο λαός και αυτής που χρησιμοποιούσαν οι λόγιοι –οι οποίοι επιπλέον κατείχαν καίριες κρατικές θέσεις από τις οποίες επέβαλαν τις αντιλήψεις τους– μεγάλωνε. Συγχρόνως, ενώ η λόγια γ. με την επίδραση των εξελιγμένων ευρωπαϊκών γ. και κυρίως της γαλλικής, αναπτυσσόταν σε πλήρες εκφραστικό όργανο, η γ. του λαού, η δημοτική, εξακολουθούσε να μένει στο ίδιο στάδιο από την πλευρά αυτή. Όμως και αυτή βελτιωνόταν και πλουτιζόταν όλο και περισσότερο στον τομέα της λογοτεχνίας, ιδίως από τους ποιητές και πεζογράφους της Επτανησιακής σχολής, που είχαν περισσότερη επαφή με τη Δυτική Ευρώπη. Έτσι οι δύο γ. αναπτύσσονταν έχοντας μεταξύ τους εξαιρετικά μεγάλη απόσταση.
Η ανάγκη μιας λύσης εμφανιζόταν επιτακτική. Όμως το γλωσσικό ζήτημα δεν άργησε να συσχετιστεί με πολιτικές και άλλες επιδιώξεις, με αποτέλεσμα να επικρατήσει μεγάλος φανατισμός, που οδήγησε σε επεισόδια πρωτοφανή στην ιστορία των γ. όλης της Ευρώπης: τον Νοέμβριο του 1901 με αφορμή τη δημοσίευση στην εφημερίδα Ακρόπολις μιας μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη προκλήθηκαν αιματηρά επεισόδια, τα Ευαγγελικά, με αποτέλεσμα την αναστάτωση της πόλης, για έναν περίπου μήνα από συλλαλητήρια και συμπλοκές και την παραίτηση της κυβέρνησης. Ακριβώς δύο χρόνια αργότερα (Νοέμβριος 1903) έλαβαν χώρα νέες οχλοκρατικές εκδηλώσεις, τα Ορεστειακά, όταν στο Βασιλικό Θέατρο ανέβηκε η Ορέστεια,που είχε μεταφραστεί στη δημοτική από τον καθηγητή Γ. Σωτηριάδη: στις 8 Νοεμβρίου διαδηλωτές επιτέθηκαν στο θέατρο και ο στρατός απάντησε με πυροβολισμούς· η σύγκρουση κατέληξε σε δύο νεκρούς και επτά τραυματίες.
Το ελληνικό γλωσσικό ζήτημα ακολούθησε με αυτόν τον τρόπο την πορεία του, νοθευμένο από την πολιτική και τον φανατισμό· το μέγιστο αυτό εθνικό θέμα αντιμετωπίστηκε με κριτήρια κάθε άλλο παρά επιστημονικά, όπως θα έπρεπε. Το γλωσσικό ζήτημα εισήλθε τελικά, με μία μεγάλη και επιζήμια καθυστέρηση, στον δρόμο που είχε ακολουθήσει το αντίστοιχο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η αρχαΐζουσα γ. άρχισε να απλοποιείται, η δημοτική απλωνόταν σε όλο τον χώρο της λογοτεχνίας, ενώ παράλληλα τα εκφραστικά της μέσα πλούτιζαν όλο και περισσότερο. Στη διαδικασία αυτή δεν έπαιξε μικρό ρόλο ο Τύπος, αφού οι παλαιότεροι δημοσιογράφοι ήταν κατά κανόνα και λογοτέχνες.
Σήμερα γλωσσικό ζήτημα με την αρχική του έννοια δεν υφίσταται· η γ., αδιάφορη στις πολλές προσπάθειες που γίνονται για την κηδεμονία της, ακολουθεί την εξέλιξή της. Η δημοτική –καλή ή κακή, ανάλογα με τις ικανότητες αυτών που τη γράφουν– έχει κατακτήσει πλέον τον Τύπο και τη συντριπτική πλειοψηφία των εκδόσεων. Αν όμως δεν υπάρχει γλωσσικό ζήτημα με την κλασική του έννοια, το γλωσσικό πρόβλημα στις διάφορες εκφάνσεις του παραμένει. Για παράδειγμα δεν υπάρχει ακόμη ομοφωνία –ούτε μεταξύ των αρμόδιων επιστημονικών φορέων– για τη γραφή της δημοτικής, με αποτέλεσμα την πλήρη ορθογραφική σύγχυση.
Η άλλη πλευρά του προβλήματος είναι το κατά πόσο επαρκεί η δημοτική για να αποδώσει τη σαφήνεια και την απόλυτη ακρίβεια που απαιτεί η επιστήμη. Αλλά το πρόβλημα αυτό ανακύπτει μόνο όταν θεωρήσουμε ότι μεταξύ των λέξεων της δημοτικής και των λέξεων της καθαρεύουσας υπάρχει ένα φράγμα, ισχυρισμός αμφίβολης εγκυρότητας. Η δημοτική, αντλώντας ακόμη και από την ομηρική γ. –της οποίας άλλωστε τόσες λέξεις διατηρεί αυτούσιες– συνεχίζει την πορεία της, ενώ απλοποιείται και πλουτίζει συνεχώς. Την αντίληψη αυτή άλλωστε είχε εκφράσει και ο φανατικότερος αγωνιστής της δημοτικής, ο Ψυχάρης, που έγραφε στο Ταξίδι του: «Όταν η δημοτική μας γ. δεν έχει μία λέξη που μας χρειάζεται, παίρνω τη λέξη αυτή από την αρχαία και προσπαθώ, όσο είναι δυνατόν, να την ταιριάξω με τη γραμματική του λαού. Έτσι κάνουν όλα τα έθνη. Έτσι θα κάνουμε και μεις».
Απόκομμα φύλλου της εφημερίδας «Εστία», που αναφέρεται στις αιματηρές ταραχές, τον Νοέμβριο του 1903, για την παράσταση της «Ορέστειας» από το Βασιλικό Θέατρο, η οποία πυροδότησε την ένταση στο γλωσσικό ζήτημα (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Αναμνηστικό γραμματόσημο για τα 40 χρόνια της εσπεράντο, την οποία επινόησε ο Πολωνός Ζάμενχοφ. Κάτω αριστερά, η αρχή της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη στην εσπεράντο.
Μόλις επιστρέψουν στην κυψέλη, οι μέλισσες ανακοινώνουν στις συντρόφισσές τους το μέρος όπου βρίσκεται η τροφή, εκτελώντας έναν ειδικό χορό: η ταχύτητα του χορού υποδηλώνει την απόσταση της τροφής, ενώ η κλίση του υποδεικνύει την κατεύθυνση. Στο διάγραμμα α φαίνεται σχηματοποιημένη αυτή η κλίση, η οποία χρησιμοποιεί τον ήλιο ως σημείο αναφοράς. Αν π.χ. ο ήλιος και η τροφή σχηματίζουν στο επίπεδο του σχεδίου γωνία 60° σε σχέση με την κυψέλη, η γωνία του χορού προς την κάθετο θα είναι 60°. Στο διάγραμμα β στην τετμημένη φαίνεται η απόσταση σε μέτρα και στην τεταγμένη ο αριθμός των στροφών που εκτελούνται σε 15 δευτερόλεπτα.
ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Κατά την Αγία Γραφή, οι κάτοικοι της Σενιάρ, που ήθελαν να υψώσουν έναν πύργο μέχρι τον ουρανό, τιμωρήθηκαν από τον Θεό, που τους μπέρδεψε τις γλώσσες και τους σκόρπισε σε όλο τον κόσμο. Ο Πύργος της Βαβέλ, το σύμβολο της σύγχυσης των γλωσσών, που έγινε αιτία της ασυνεννοησίας των ανθρώπων, σε πίνακα του Πέτερ Μπρίγκελ του Πρεσβύτερου (Ιστορικό Μουσείο της Τέχνης, Βιέννη).
Προμετωπίδα έργου του Γερμανού αλχημιστή Γιόχαν Μπέχερ, εφευρέτη παγκόσμιας γραφής, πρόδρομου των νεότερων προσπαθειών για δημιουργία τεχνητών γλωσσών.
Το τετράπλευρο της γλώσσας: στην περιοχή αυτή του φλοιού του αριστερού ημισφαίριου περιλαμβάνονται τα κέντρα της γλώσσας, μπροστά από τα κινητικά κέντρα της έκφρασης και πίσω από τα αισθητικά κέντρα της κατανόησης
II
(Ανατ.). Ευκίνητο μυώδες όργανο που καταλαμβάνει την περιοχή της στοματικής κοιλότητας. Σχηματίζεται από πολλές μυϊκές δέσμες, που προσφύονται στο υοειδές οστό, στην κάτω γνάθο και σε ένα ισχυρό ινώδες διάφραγμα που διατρέχει κατά μήκος της μέσης γραμμής της γ. Η μυϊκή μάζα επενδύεται από τον βλεννογόνο του στόματος που προς την άνω επιφάνειά της (την αποκαλούμενη ράχη της γ.), σχηματίζει μικρές προεξοχές, τις γλωσσικές θηλές. Στο μέρος της ράχης το πλησιέστερο προς το υοειδές οστό, υπάρχει μία συσσώρευση λεμφοζιδίων που αποτελούν τη γλωσσική αμυγδαλή. Από λειτουργική άποψη η γ. είναι απαραίτητη για τη μύζηση, σπρώχνει τις τροφές προς τις οδοντοστοιχίες και προς τον ισθμό του φάρυγγα συμβάλλοντας έτσι στη μάσηση και στην κατάποση. Αποτελεί επίσης ενεργό όργανο στη διαδικασία της ομιλίας και είναι η έδρα της γεύσης, της οποίας οι κύριες νευρικές απολήξεις βρίσκονται στις γλωσσικές θηλές στο πίσω μέρος της γ. (γευστικοί κάλυκες).
α) Επάνω επιφάνεια: 1) ράχη, 2) μυκητοειδείς θηλές, 3) περιχαρακωμένες θηλές, 4) ρίζα της γλώσσας με τα λεμφοζίδια της γλωσσικής αμυγδαλής, 5) παρίσθμιος αμυγδαλή, 6) πάνω χείλος της επιγλωττίδας, 7) σταφυλή, 8) μαλθακή υπερώα.
β) Μύες της κάτω επιφάνειας: 1) χαλινός της γλώσσας, 2) γλωσσικό διάφραγμα, 3) γενειογλωσσικός μυς, 4) επιμήκης εν τω βάθει μυς, 5) υπογλωσσικός μυς, 6) βελονογλωσσικός μυς, 7) γλωσσοϋπερώιος μυς, 8) γενειοϋοειδείς μύες, 9) μέσος σφιγκτήρας του φάρυγγα, 10) υπογνάθιος αδένας, 11) υπογλώσσιος αδένας, 12) υοειδές οστό.
III
(Ζωολ.). Κοινή ονομασία διάφορων ετερόσωμων τελεόστεων ψαριών της οικογένειας των σολεϊδών (solea) της υπόταξης των γλωσσοειδών. Ένα από τα πιο γνωστά είδη, περιζήτητο για το μαλακό και νόστιμο κρέας του είναι η γ. η κοινή,διαδεδομένη στη Μεσόγειο και στον Ατλαντικό ωκεανό μεταξύ Μαρόκου και Νορβηγίας. Ζει στον αμμώδη ή λασπώδη πυθμένα των παράκτιων υδάτων, σε βάθος από 10 έως 80 μ. όπου βρίσκει μικρά μαλάκια, καρκινοειδή και σκουλήκια, με τα οποία τρέφεται συνήθως. Στο τέλος του χειμώνα, το θηλυκό γεννάει αβγά (με διάμετρο 1-1,5 χιλιοστού), τα οποία επιπλέουν στην επιφάνεια της θάλασσας. Ύστερα από επώαση δέκα ημερών, γεννιούνται διαφανείς προνύμφες αμφίπλευρης συμμετρίας, μήκους περίπου τριών χιλιοστών, οι οποίες κολυμπούν διατηρώντας το σώμα τους σε κατακόρυφη θέση.
Στη φάση της ανάπτυξής τους τονίζεται αρχικά η συμπίεση του σώματος και πριν οι νεαρές νύμφες υπερβούν τα 2 εκ. συντελείται η χαρακτηριστική ασυμμετρία των ετερόσωμων γλωσσοειδών, με την οποία επιμηκύνεται το ραχιαίο πτερύγιο, μετακινείται το αριστερό μάτι προς την κορυφή της κεφαλής και από εκεί στη δεξιά πλευρά, αλλάζει θέση το στόμα και εμφανίζονται οι χρωστικές στη δεξιά πλευρά που θα παραμείνει γυρισμένη προς τα πάνω. Η πλευρά που έχει τις χρωστικές μιμείται το χρώμα του βυθού και έτσι η γ. διακρίνεται δύσκολα από τους διώκτες της. Άλλα είδη που υπάρχουν στη Μεσόγειο, αλλά λιγότερο νόστιμα από τη γ. την κοινή είναι η λωριδωτή, η οφθαλμωτή, η κίτρινη και η τουρκική.
Η γλώσσα η κοινή ζει κυρίως στη Μεσόγειο, αλλά και στις παράκτιες ζώνες του Ατλαντικού ωκεανού, από το Μαρόκο μέχρι τη Νορβηγία.
* * *
η (AM γλῶσσα και γλῶττα)
1. όργανο μέσα στη στοματική κοιλότητα, που χρησιμεύει για τη γεύση, την κατάποση και την άρθρωση τών φθόγγων
2. όργανο τού λόγου («η γλώσσα τής διάνοιας»)
3. το σύνολο λέξεων και εκφράσεων ενός λαού που ανήκει στο ίδιο έθνος ή μιας ομάδας ανθρώπων με ιδιαίτερο σύνδεσμο μεταξύ τους («αγγλική γλώσσα», «λατινική γλώσσα» κ.λπ.)
4. διάλεκτος
5. γλώσσημα, άχρηστη ή ξένη λέξη που χρειάζεται εξήγηση
6. οτιδήποτε έχει σχήμα γλώσσας («γλώσσα παπουτσιού», «γλώσσα φωτιάς» κ.λπ.)
νεοελλ.
1. τρόπος εκφράσεως, γλωσσικό ύφος («ποιητική γλώσσα», «στρυφνή γλώσσα» κ.λπ.)
2. μέσα και τρόποι (εκτός από την άρθρωση λέξεων) συνεννοήσεως («η γλώσσα τών ματιών», «η γλώσσα τών λουλουδιών» κ.λπ.)
3. φάση που εμφανίζεται κατά την εξέλιξη μιας γλώσσας και διαφέρει από τις προηγούμενες και επόμενες κατά ορισμένα γνωρίσματα (μορφολογικά, λεκτικά κ.ά.) («καθαρεύουσα», «δημοτική» κ.λπ.)
4. γλώσσα που μιλιέται και γράφεται από κύκλο ανθρώπων ορισμένης επιστήμης ή επαγγέλματος («νομική, ιατρική, μαθηματική κ.λπ. γλώσσα»)
5. αυθάδεια, αθυροστομία, φλυαρία
6. (αρχιτεκτονική) κόσμημα σε σχήμα γλώσσας φιδιού που χωρίζει τα ωά τού εχίνου
7. φρ. α) «βγάζω τη γλώσσα μου» — κοροϊδεύω
β) «δάγκωσε ή φάε τη γλώσσα σου» — προτροπή για σιωπή προς αυτούς που προλέγουν κακά
γ) δεν είμαι κύριος τής γλώσσας μου» — είμαι αθυρόστομος ή αυθάδης
δ) «δένεται η γλώσσα μου» — δεν μπορώ να μιλήσω, αποστομώνομαι από αμηχανία ή ντροπή
ε) «έχω μακριά γλώσσα ή μια σπιθαμή γλώσσα ή βγάζω γλώσσα» — είμαι προπετής, αυθάδης
στ) η γλώσσα μου είναι ψαλίδι ή ροδάνι ή σπαθί» — είμαι εύγλωττος ή (φλύαρος)
ζ) «η γλώσσα μου στάζει μέλι ή φαρμάκι» — είμαι πολύ ευπροσήγορος ή δηκτικός
η) «λύνεται η γλώσσα μου» — αρχίζω να μιλώ ή να φλυαρώ
θ) «μάλλιασε ή έβγαλε μαλλιά η γλώσσα μου» — κουράστηκα να συμβουλεύω ή να επαναλαμβάνω κάτι
ι) «μού βγαίνει η γλώσσα (μια σπιθαμή)» — υποβάλλομαι σε υπερβολική κούραση
ια) «να καταπιείς τη γλώσσα σου» — να μη μιλήσεις καθόλου
ιβ) «οι κακές γλώσσες» — οι συκοφάντες, οι κακόγλωσσοι
μσν.
πληροφορία
αρχ.
Ι. 1. έθνος, λαός
2. ρήτορας
3. σφήνα (από χρυσό)
4. (μουσική) γλωττίδα τού αυλού
II. φρ.
1. «ἀπὸ γλώσσης»
α) με ελευθεροστομία, με ειλικρίνεια τού λόγου
β) προφορικά, με το στόμα
2. «γλῶσσαν ἵημι» — μιλώ μια γλώσσα ή διάλεκτο
3. «ἐν κερτομίοις γλώσσαις» — με υβριστική γλώσσα
4. «κακιὰ γλῶσσα» — συκοφαντία
5. «οὐκ ἀπὸ γλώσσης» — όχι με απλό λόγο τού στόματος αλλά με επιχειρήματα
6. «πᾱσαν γλῶτταν βασάνιζε» — δοκίμαζε κάθε τέχνη τής γλώσσας
7. «πᾱσαν ἵημι γλῶσσαν» — μιλώ χωρίς περιορισμούς, ελεύθερα
8. «τὰ γλώσσης ἄπο» — τα λόγια μας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) γλωχ- (πρβλ. γλωξ, πληθ. γλώχες) + επίθημα -Υά. Η λ. γλώσσα που σήμαινε αρχικά το γνωστό όργανο τού στόματος από την Οδύσσεια και μετά δήλωνε και τον λόγο, την ομιλία. Αργότερα η λ. έλαβε πολλές σημασίες και χρήσεις, όπως «δερμάτινο λουρί τού παπουτσιού», «γλωττίδα τού αυλού» κ.ά. πιθ. από λόγους οικονομίας τής γλώσσας ή για εκφραστικότητα.Παράγωγα και σύνθετα τής λέξης γλώσσα:
ΠΑΡ. γλωσσάριο(ν), γλώσσημα, γλωσσίδιο(ν), γλωσσικός, γλωσσώδης, γλωττίδα
(AM γλωττίς)
αρχ.
γλωττίζω
νεοελλ.
γλωσσάκι, γλωσσαράς, γλωσσάς, γλωσσεύω, γλωσσιά, γλωσσίτης, γλωσσίτιδα, γλωσσίτσα.
ΣΥΝΘ.
A' ΣΥΝΘ. γλώσσαλγος (και Α γλώσσαργος), γλωσσογράφος, γλωσσοειδής, γλωσσοκάτοχο(ν), γλωσσολαλία, γλωσσοτομία, γλωσσοτομώ
αρχ.
γλωσσόπετρα, γλωσσοχαριτώ, γλωτταργία, γλωττοδεψώ, γλωττοποιώ, γλωττοστροφώ
(αρχ.- μσν.) γλωσσόκομον, γλωσσότμητος
μσν.
γλωσσοδεμένος, γλωσσοκηλόκομπος, γλωσσόκομος, γλωσσοπύρσευτος, γλωσσοπυρσόμορφος, γλωσσοτέχνης
μσν.- νεοελλ.
γλωσσόμορφος, γλωσσοπέδη
νεοελλ.
γλωσσαμύντορας, γλωσσεκτομή, γλωσσοβολώ, γλωσσογεωγραφία, γλωσσογνωσία, γλωσσογονία, γλωσσοδέρνω, γλωσσοδέτης, γλωσσοδέτι, γλωσσοδιδάσκαλος, γλωσσοδίφης, γλωσσοδύνη, γλωσσοελκυστήριος, γλωσσοεπιγλωττιδικός, γλωσσοκαθαριστής, γλωσσοκήλη, γλωσσοκομπιάζω, γλωσσόκομπο, γλωσσοκοπανώ και γλωσσοκοπανίζω, γλωσσοκοπώ, γλωσσολαδή και γλωσσολαβίδα, γλωσσολάλος, γλωσσολογία, γλωσσολόγιο, γλωσσολόγος, γλωσσολύτης, γλωσσομαθής, γλωσσομανής, γλωσσομίκτης, γλωσσομιξία, γλωσσονόμος, γλωσσοπάθεια, γλωσσοπέταλος, γλωσσοπλάστης, γλωσσοπληγία, γλωσσοπρόφερτος, γλωσσόπτωση, γλωσσόραμμα, γλωσσοτρώγω, γλωσσοϋπερώιος, γλωσσοφαγιά, γλωσσοφάγωμα, γλωσσοφαρυγγικός, γλωσσοφόρος, γλωσσοφυτία, γλωσσόφωνο.
B' ΣΥΝΘ. άγλωσσος (Α και -ττος), αλλόγλωσσος, βαρβαρόγλωσσος, βραδύγλωσσος (Α και -ττος), δίγλωσσος (Α και -ττος), ετερόγλωσσος (Α και -ττος), εύγλωττος, ηδύγλωσσος, κακόγλωσσος, ομόγλωσσος(Α και -ττος), πολύγλωσσος (Α και -ττος), πικρόγλωσσος, ταχύγλωσσος, αρχ. αγκυλόγλωσσος, αθυρόγλωττος, αλιγύγλωσσος, αμφίγλωσσος, αμφοτερόγλωσσος, ανθρωπόγλωττος, βαθύγλωσσος, βαρύγλωσσος, βούγλωσσος, έγγλωττος, ελευθερόγλωσσος, επτάγλωσσος, ευθύγλωττος, θεόγλωσσος, θηλύγλωσσος, ιδιόγλωσσος, ιερόγλωσσος, κατάγλωττος, κυνόγλωσσος, λειόγλωσσος, λιπόγλωσσος, μελίγλωσσος, μιαρόγλωσσος, παλίγγλωσσος, περίγλωσσος, πλατύγλωττος, πρόγλωσσος, τανύγλωσσος, υπόγλωσσος, χρυσόγλωσσος
νεοελλ.
αηδονόγλωσσα, βοϊδόγλωσσα, βρομόγλωσσα, γλυκόγλωσσος, ελληνόγλωσσος, εξώγλωσσος, καθαρόγλωσσος, κακόγλωσσα, καλόγλωσσος, κουτσόγλωσσος, λεξίγλωσσα, μικρόγλωσσος, μιμόγλωσσα, μονόγλωσσος, ξενόγλωσσα, ξενόγλωσσος, παλιόγλωσσα, πεντάγλωσσος, πικρόγλωσσα, ριπιδόγλωσσα, τετράγλωσσος, τρίγλωσσος, φαρμακόγλωσσα, φιδόγλωσσα, χαδιαρόγλωσσα, χυδαιόγλωσσος, ψαλιδόγλωσσος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γλώσσα — γλώσσᾱ , γλῶσσα tongue fem nom/voc/acc dual γλώσσᾱ , γλῶσσα tongue fem nom/voc/acc dual (ionic) γλώσσᾱ , γλῶσσα tongue fem nom/voc sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλώσσᾳ — γλώσσᾱͅ , γλῶσσα tongue fem dat sg (doric aeolic) γλώσσᾱͅ , γλῶσσα tongue fem dat sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλώσσα — η язык: η γλώσσα της Καινής Διαθήκης язык Нового Завета …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • γλῶσσα — tongue fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλώσσα — η 1. όργανο των ανθρώπων και των ζώων που βρίσκεται στο εσωτερικό του στόματος και χρησιμεύει στο μάσημα και στην κατάποση της τροφής καθώς και στην άρθρωση του λόγου, το αισθητήριο όργανο της γεύσης: Στέγνωσε η γλώσσα μου. 2. μτφ., αυτό που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλώσσα — [глосса] ста. θ. (ανατ.) язык, (γλωσσολ.) язык, речь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γλωσσᾷ — γλωσσός talking fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γλῶσσα πῆ πορεύῃ; πόλιν ὀρθώσουσα καὶ πάλιν ἀναστρέψουσα. — γλῶσσα πῆ πορεύῃ; πόλιν ὀρθώσουσα καὶ πάλιν ἀναστρέψουσα. См. Язык до Киева доведет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • σιαμική γλώσσα — Γλώσσα της Ταϊλάνδης, που ανήκει στην υποομάδα τάι της σινοθιβετανικής ομογλωσσίας (σινο θιβετανικές γλώσσες) …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γλώσσα — ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ Η ελληνική γλώσσα είναι μια από τις αρχαιότερες γλώσσες στον κόσμο και οπωσδήποτε η παλαιότερη ζωντανή γλώσσα στην Ευρώπη. Σε αντίθεση με άλλες αρχαίες γλώσσες που χάθηκαν μαζί με τους λαούς που τις μιλούσαν, όπως η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.